1ο Δημοτικό Σχολεό Λευκάδας 1965-1971

Γειά σας,
Σκοπός αυτού το blog είναι να μπορέσουμε να βρεθούμε οι συμμαθητές του 1ου Δημοτικού Σχολείου Λευκάδας της περιόδου 1965-1971. Η ιδέα της δημιουργίας του blog προέκυψε από την ανάγκη ώστε περισσότεροι συμμαθητές μας που δεν χρησιμοποιούν Facebook αλλά κάνουν χρήση του διαδικτύου να έχουν πρόσβαση και να ενημερώνονται σχετικά με τα reunions ή ακόμη στο να μπορούμε να επικοινωνούμε μεταξύ μας, διότι με το πέρασμα του χρόνου χαθήκαμε και πολλοί από εμάς έχουμε να ιδωθούμε απο τότε. Θα υπάρχει δυνατότητα δημοσίευσης φωτογραφιών από εκείνη την περίοδο αλλά και κειμένων, επίσης θα υπάρχει λίστα των ονομάτων των συμμαθητών. Ας γίνει λοιπόν αυτό το blog ενας πόλος επανασύνδεσης μεταξύ μας. Ευνόητο είναι ότι οποιεσδήποτε ιδέες βελτίωσης του είναι ευπρόσδεκτες.

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Ο λιγομίλητος Τάσος και ο αριστοκρατικός Πέρις




Η επιστροφή στην τάξη με το μαυροπίνακα είναι μια εσωτερική διαδικασία που ανακατεύει μνήμες, φέρνει στο νού πρόσωπα και σκορπίζει την ομίχλη της λήθης.
Ο Τάσος Κοντομίχης δεν ήταν απλώς ένας συμμαθητής. Ηταν ο γείτονας στον κήπο των Αγίων Αναργύρων και τον ένιωθα απο παιδί να βρίσκεται πάντα γύρω μου, πότε κοιτώντας μέσα απο τις γρίλιες του παράθυρού του, πότε πετώντας τα μικρά πολύχρωμα μπαλάκια του στον κήπο.

 
Ο Τάσος ήταν διαρκώς παρών στη ζωή μου μέσα απο τη σχέση του πατέρα μου με τους γονείς του, Πανταζή Κοντομίχη φιλόλογο και διαπρεπή συγγραφέα και τη μητέρα του κα Σταματέλου, επίσης φιλόλογο και αγαπημένη φίλη των γονιών μου.

 
Ο Τάσος ήταν μικροσκοπικός εκ φύσεως και προσπαθούσε να περνάει απαρατήρητος στην τάξη.  Ηταν ο τύπος του παιδιού που δεν προκαλούσε καταστάσεις, που έδειχνε επιμέλεια και παρακολουθούσε γύρω του με εκείνα τα σκούρα πονηρά ματάκια του. Οι ατάκες του όμως έχουν μείνει μνημειώδεις, καθώς πεταγόταν απο το πουθενά στις μικρές απουσίες των δασκάλων κι έλεγε τα δικά του, προκαλώντας παράφορο γέλιο στην τάξη.

 
Ο Τάσος ήταν ένα παιδί που δεν έκανε παρέα με τα κορίτσια. Είχε τη δική του κλίκα των αγοριών και μας αγνοούσε επιδεικτικά, χαράσσοντας τα όρια των δύο φύλων. Δεν ανοιγόταν μαζί μας, δεν έπαιζε κυνηγητό στην αυλή, προσπαθούσε να περιχαρακωθεί στη συνοικία των αρσενικών.

 
Ως γιός καθηγητών αλλά και ως γείτονας του σχολείου είχε πάντοτε την εύνοια των δασκάλων μας  αλλά ποτέ μα ποτέ δεν έκανε χρήση, αποστασιοποιώντας εαυτόν απο τη λαμπρή καταγωγή του. Στην πραγματικότητα , αυτή η φυσική του σεμνότητα και δειλία μπορεί να εκπήγαζε ακριβώς απο το βαρύ φορτίο των γονέων του που είχε επικαθήσει στους τρυφερούς τους ώμους απο νωρίς.

 
Πάντως, τον θυμάμαι για το οξύ, καυστικό, σαρκαστικό του χιούμορ. Ελεγε με απόλυτη φυσικότητα τα πιό αστεία πράγματα και παρότι δεν ανήκα στο στενό του κύκλο, έπιαναν τα αυτιά μου τα  κύματα της οξυδέρκειάς του.

 
Ο Τάσος ακολούθησε το δρόμο των γονιών του, έγινε φιλόλογος και σήμερα είναι διευθυντής της Χαραμόγλειας Βιβλιοθήκης, όπου φυλάσσονται τα έργα των Λευκαδίων συγγραφέων και ποιητών και κάθε τί πολύτιμο γύρω απο τη Λευκάδα.

 
Συχνά στον επισκέπτομαι στη Βιβλιοθήκη και μιλάμε επί παντός επιστητού με επίκεντρο κυρίως τη γενέτειρα. Ο Τάσος αποτελεί ένα σπουδαίο συνομιλητή με εκείνο το καυστικό χιούμορ του να διαπερνά τα κόκκαλα και να μου θυμίζει τα διαλείμματα όπου τα αγόρια γύρω του χτυπιόνταν στα γέλια.

 
Δίπλα του στο θρανίο καθόταν πολλές φορές ο Πέρις Βλάχος. Α! Ο Πέρις με το ξενικό όνομα, σύντμηση του Περικλής, ήταν ένα πλάσμα που είχε βγεί καθαρά απο την αριστοκρατική κοπή της μακαριστής μητέρας του. Πάντοτε ντυμένος με τα ωραία του κοντά παντελόνια , τα πόλο του, τα πουκαμισάκια του σίγουρα έδειχνε την αστική καταγωγή του.

 
Ο Πέρις ήταν πολύ κοντινός στην οικογένεια γιατί ήμασταν κουμπάροι. Μην με ρωτάς πού και πώς, αλλά γνωρίζω ότι ο λαμπρός έμπορος παππούς του, Περικλής Βλάχος, αποκαλούσε τη μητέρα μου «κουμπάρα» κάθε φορά που πήγαινε να ψωνίσει στο μεγαλομπακάλικο.

 
Ο πατέρας του Πέρι είχε επίσης εμπορικό κατάστημα στην αγορά, ένα κατάστημα που πουλούσε κι ακόμη πουλάει είδη γάμου και βάφτισης και το οποίο σήμερα διατηρεί ο αδελφός του Πέρι, ο Χρήστος. Είχε πάντοτε τις πιό καλοβαλμένες και πρωτότυτες βιτρίνες με ειδικό ντεκορατέρ που ερχόταν απο την Αθήνα για το στολισμό άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνα.

 
Ο Πέρις ήταν σεμνός, γλυκός, ευγενικός με ένα ύφος που δεν επέτρεπε ούτε καν παρατηρήσεις απο τους δασκάλους. Ηταν καλός μαθητής ,μου φαίνεται με ιδιαίτερες επιδόσεις στα μαθηματικά και ποτέ δεν προκαλούσε τη μήνι των συμμαθητών του, συμμετέχοντας πάντοτε στην παρέα των παιδιών που είχε επιλέξει ως κύκλο του με τη σοβαρότητα της αστικής καταγωγής του.

 
Δεν ήταν φλύαρος, μάλλον λακωνικός θα έλεγα ήταν στο λόγο του. Νομίζω πως η μητέρα του διοργάνωνε σπουδαία πάρτυ στα γενέθλιά του, στα οποία ποτέ δεν ήμουν καλεσμένη αλλά άκουγα τις συζητήσεις των άλλων την επόμενη μέρα και ζήλευα.

 
Ο Πέρις, βέβαια, κυριολεκτικά απογειωνόταν στον αποκριάτικο χορό του σχολείου. Φορούσε καταπληκτικές στολές ιππότη, βασιλιά, Ρομπέν των Δασών και γενικά ήταν προχωρημένος, φένοντας καινούρια ήθη στην σχολική αυλή της επαρχίας. Ηταν ένα παιδί-μπιμπελό, που το θαύμαζες γιατί δεν ανήκε στα συνηθισμένα. Ηταν ξεχωριστός και σπάνιος, σκορπίζοντας τον ευγενή αέρα της μητέρας του στον πεπερασμένο χώρο της μικρής μας πόλης.

 
Ο Πέρις βρήκε δουλειά στην Εθνική Τράπεζα κι έτσι έμεινε στην ωραία Λευκάδα. Σήμερα, μετά τη δουλειά του, απολαμβάνει τις μέρες του φωτογραφίζοντας υπέροχα τοπία και κάνοντας διάφορα ηλεκτρονικά επιτεύγματα.

 
Είναι ο συμμαθητής που μας ενώνει όλους και όλες καθώς στην ατζέντα του κυκλοφορούν τα ονόματά μας και είναι εκείνος που μαζί με τη Λίνα Μασμανίδη οργανώνουν τις συνευρέσεις των συμμαθητών μας.

 
Ο Πέρις πάντα θα μου θυμίζει πως τον θαύμαζα για όσα δεν ήξερε πως έφερνε στην αισθητική μου, εμπλουτίζοντάς την με την αριστοκρατική παρουσία του!

 
 Τζουστινάκι!
 

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Ο Νώντας και ο Νότης: Δυό αγόρια, ένα κορίτσι, ένα σάντουιτς!

Ο Νώντας και ο Νότης: Δυό αγόρια, ένα κορίτσι, ένα σάντουιτς!



Κι ο κλήρος πέφτει στα αγόρια που ήταν σα σα σα σκυλόψαρα...


Ετσι τους βλέπαμε στο σχολεία τους συμμαθητές: άσχημους, άχαρους , ενοχλητικούς. Τα αγόρια της τάξης μας ήταν συμπληρωματικά μιας βαρετής ρουτίνας, απο την οποία δεν είχαν ούτε το ταλέντο ούτε τη φαντασία να μας βγάλουν. Αντίθετα μας βύθιζαν βαθύτερα στα πρέπει και τα μή των δασκάλων μας, επισύροντας παραπάνω ομαδικές τιμωρίες λόγω της ζωηράδας και της αταξίας τους.


Αυτά συνέβαιναν στην τάξη 1965-1971 του 1ου Δημοτικού Σχολείου Λευκάδας. Σε μια σειρά κειμένων θα προσπαθήσω να ρίξω φώς στις παιδικές φιγούρες των αγοριών και των κοριτσιών, που πλαισίωσαν την πορεία μου στην πρώιμη εκπαίδευση επι μια εξαετία στο θρυλικό σχολείο του Μαρκά.


Θα αρχίσω, λοιπόν, απο τους κοντινότερους αρσενικούς, το Νώντα Σκίτσα και το Νότη Βλάχο. Η μοίρα τόφερε να με πλαισιώσουν στο θρανίο στην Τρίτη Δημοτικού, καθώς η δασκάλα μας, κα Ελπίδα Ρομποτή είχε χάσει την ελπίδα της ότι θα μπορούσα να συμμορφωθώ και να σταματήσω να πολυλογώ με τα κορίτσια.


Εκείνη την αποφράδα μέρα που στο θρανίο των τριών έγινα το τυρί του σάντουιτς ένιωσα τρομερά ταπεινωμένη. Ο Νότης ήταν ήδη φίλος μου, αλλά ο Νώντας ήταν άγνωστος. Ενας ξένος ψηλός και ανοίκειος. Αυτοί οι δύο συμμαθητές χρεώθηκαν από τη δασκάλα με το καθήκον να μην απαντούν στο διάλογο που θα τους άνοιγα.


Ο Νώντας ήταν αυτό που λέμε σεμνός και άχαρος. Ηταν ένα κεφάλι πιό ψηλός απο τα κορίτσια και μισό κεφάλι ψηλότερος απο τα αγόρια, γι αυτό μάζευε διαρκώς τους ώμους του. Ηταν γλυκούλης, ευγενικός , ανυπεράσπιστος στη θυελλώδη πολυλογία μου. Μου απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις και συχνά η δασκάλα του έβαζε τιμωρίες γιατί δεν εκτελούσε το καθήκον της τιθάσσευσής μου. Τον έπιανε να μην μπορεί να συνεχίσει στην ανάγνωση και τον προσέβαλε με σκληρό τρόπο. Ενιωθα πολύ άσχημα εκείνες τις στιγμές.


Η πιό αξιομνημόνευτη στιγμή του Νώντα ήταν όταν έσπασε το χέρι του ψηλά απο τον ώμο. Ηταν με το χέρι σε γύψο κρεμασμένο απο τον αριστερό ώμο του. Εκείνες τις εποχές φοβόμουν τον γύψο, ήταν ένα είδος απειλής της ακεραιότητας γι αυτό είχε γίνει φοβικό στοιχείο για τη μικρή μου ύπαρξη. Επιπλέον, ο Νώντας μύριζε καμφορά γιατί η μαμά του είχε βάλει μέσα απο τη μπλούζα του τη λευκή σκόνη για κάποιους άγνωστους ιατρικούς λόγους.


Οταν επέστρεψε ο Νωντας στο σχολείο με το γύψο εγω έζησα ένα ζωντανό μαρτύριο για 4 εβδομάδες. Νόμιζα πως θα λιποθυμούσα απο τη βαρειά μυρωδιά της καμφοράς και απο το φόβο για το γύψο. Ο Νώντας έγινε πολύ μελαγχολικός γιατί αντιλαμβανόταν την δυστυχία που μου προκαλούσε. Αλλά συνεχίσαμε να συνυπάρχουμε στο θρανίο εκείνος αριστερά, εγώ στη μέση και ο Νότης δεξιά μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς.


Ο Νότης ήταν έξυπνος, όμορφος με δύο εκφραστικά γαλανά μάτια. Ηταν φιλαράκι μου, με συνόδευε στα μισά μέχρι το σπίτι κάθε απόγευμα. Ηταν κι εκείνος πολυλογάς κι έτσι ανταλλάσσαμε κάθε είδους πληροφορίες. Μιλούσαμε πολιτικά (ήταν η μαύρη επταετία και ο πατέρας τους ήταν κρατούμενος τους πρώτους μήνες) κι έτσι ένιωθα μια βαθειά πίκρα για όσα του συνέβαιναν. Επιπλέον, η μητέρα του είχε κάποιο είδος ασθένειας που τον απασχολούσε έντονα.


Ο Νότης είχε μια θεία που τον αγαπούσε υπερβολικά, τόσο υπερβολικά που μπήκε ανάμεσά μας και μας χώρισε απο φίλους. Αυτή η συγκεκριμένη θεία με έκανε να τρέμω όταν την έβλεπα. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος της τρυφερής μου ηλικίας. Ετσι απομακρύνθηκα απο τον ωραίο συνομιλητή μου στο δημοτικό.


Στα χρόνια του γυμνασίου τα αγόρια πήγαν στο Αρρένων και τα κορίτσια στο Θηλέων. Ετσι χαθήκαμε με το Νώντα, που έχω να τον δώ περί τα 30 χρόνια.


Ο Νότης μετακόμισε με την οικογένειά του στην Αθήνα, έγινε εσωτερικός μετανάστης. Τον έβλεπα τα καλοκαίρια, αλλά είχε γίνει Αθηναίος, δηλαδή είχε αποκτήσει μια ελάχιστη εφηβική αλαζονία. Οταν επέστρεψε κάποια στιγμή και ζούσε στη Λευκάδα συναντιόμασταν συχνά τα καλοκαίρια.


Ο Νώντας και ο Νότης σημάδεψαν τα σχολικά μου χρόνια. Ο πρώτος με την κλειστή του φύση, ο δεύτερος με τον αλέγρο χαρακτήρα του. Και δύο είναι επιστήμονες σήμερα, οικογενειάρχες και επιτυχημένοι στους τομείς της επιστήμης τους. 

Στο Δημοτικό ο Νώντας ήταν μέτριος στη γλώσσα αλλά εξαιρετικός στα μαθηματικά. Ο Νότης ήταν σπιρτόζος, γρήγορος και βέλτιστος σε όλο τον κύκλο των μαθημάτων.
 

Τους σκέφτομαι  τους δύο συμμαθητές μου συχνά κι ας μην τους συναντώ πλέον!


Τζουστινάκι

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Μιά πολύ ωραία ιδεα

Συζητώντας με την Νανά την Αραβανή κάποια στιγμή είπαμε ότι θα 'ηταν μια καλή ιδέα να βρισκόμαστε κάθε καλοκαίρι τον Αύγουστο όσοι μπορούν φυσικά, η ημερομηνία θα ανακοινώνεται στο blog. Περιμένουμε τις προτάσεις σας

Μερικές ακόμη φωτογραφίες

Μερικές ακόμη φωτογραφίες από εκείνη την εποχή

Γυμναστικές επιδείξεις

Παρέλαση


Το Μ της Μαριάννας!!!

Το Μ της Μαριάννας!!!




Η Μαριάννα Καρφάκη ήταν συνηθισμένη στο Μ. Το όνομά της ήταν  Μαριάννα και Μαριέτα ήταν το αγαπημένο όνομα της μητέρας της. Γι αυτό στα μαθητικά μας χρόνια το Μ της ήταν εύκολο, εύχρηστο , αγαπημένο σύμφωνο της καθημερινότητάς της.


Ετσι παρασυρμένη απο το σύμφωνό της, έβαλε στον Οκτώβρη της το Μ. Τον έλεγε Οκτώμβρη το μήνα που είχε εξαιρεθεί απο τους αρχαίους και σοφούς προγόνους μας. Τον Οκτώβρη τον περιέφερε με Μ η Μαριάννα στις αυλές, στο σχολείο , στις γειτονιές της παιδικότητάς μας.


Ωσπου ήρθε εκείνη η σχεδόν εφιαλτική μέρα στην Τετάρτη Δημοτικού. Οπου ο δάσκαλός μας Τάκης Καζάζης τη σήκωσε να γράψει ένα κείμενο στον πίνακα. Η Μαριάννα ήταν ψηλή , εύσωμη, εξαιρετική μαθήτρια και πολλάκις τη σήκωνε ο δάσκαλος στο μαυροπίνακα να γράφει εκ μέρους του. Ηταν μια τιμητική στιγμή για τους καλούς μαθητές αυτή.


Της είπε, λοιπόν,  να γράψει την ημερομηνία. Ηταν 15 Οκτωβρίου-θυμάμαι-  (τότε χρησιμοποιούσαμε την επισημότητα της καθαρευούσης) και ο Καζάζης όταν είδε το Μ στον Οκτώβριο έγινε έξαλλος απο οργή. Στράφηκε όχι μόνο κατά της Μαριάννας που ήταν μπόλικη στο Μ του Οκτώβρη αλλά και σε ολόκληρη την τάξη.


Θυμάμαι ακόμη τη βροντερή φωνή του και τα λόγια του: «Αν δεν μάθατε μέχρι την Τετάρτη πως ο Οκτώβριος είναι ο μόνος μήνας που εξαιρείται στην κατάληξή του και δεν παίρνει Μ, τότε δεν θα μάθετε ποτέ ελληνικά. Κι επειδή οι μισοί απο σας δεν το ξέρετε-είμαι σίγουρος- θα φάτε μια τιμωρία που θα σας κάνει να θυμάστε πως ο Οκτώβριος δεν παίρνει Μ. Δεν παίρνει Μ. Γράψτε , λοιπόν, 100 φορές τη λέξη Οκτώβριος και φέρτε μου αύριο τα τετραδια της τιμωρίας να τα ελέγξω».


Εγώ στεναχωρήθηκα πολύ, την πήρα προσωπικά την προσβολή του δασκάλου μας. Κι αυτό γιατί ο πατερούλης είχε φροντίσει απο νωρίς να μας διδάξει την εξαίρεση του Οκτώβρη απο το Μ. Ο πατερούλης ήθελε να προφέρω και να γράφω σωστά το μήνα Οκτώβρη, καθώς στις 2 είναι η ονομαστική μου γιορτή: Κυπριανού και Ιουστίνης.


Τα χρόνια πέρασαν , έφυγαν, έγιναν σπουδές, έγιναν ταξίδια και ζωές διαφορετικές. Δεν ξέρω αν η Μαριάννα μετά απο εκείνη την αποφράδα μέρα έκοψε το Μ στον Οκτώβρη της γιατί δεν βρίσκομαι ποτέ αυτό το μήναστη Λευκάδα.


Εγώ πάλι ανέπτυξα με τα χρόνια μια άγρια παρατηρητικότητα κι ένα κρυφό ρατσισμό για όσους προφέρουν τον Οκτώβρη με Μ. Κι όμως μπορεί να είμαι άδικη. Ισως δίκην ευκολίας κάποια μέρα  να συγχωρηθεί η προσθήκη του Μ στον Οκτώβρη.


Πάντως, χωρίς να το ξέρω με σιγουριά, εικάζω πως οι αρχαίοι μας πρόγονοι που έχτισαν τη γλώσσα , σωστά εξαίρεσαν τον Οκτώβρη απο το Μ, αφού είχε ένα φαρδύ-πλατύ μακρόν φωνήεν, το υπέροχο Ω.


Και στόλισαν με Μ τον Σεπτέμβριο, τον Νοέμβριο και το Δεκέμβριο δίνοντας ζωή στο βραχύ φωνήεν Ε.


Ο Οκτώβρης είναι γλυκός χωρίς το Μ, εύηχος, αγαπημένος. Και είναι ο πιό λατρεμένος μου μήνας, γιατί γιορτάζω το όνομά μου και τις αναμνήσεις απο τη νονά Ιουστίνη. Γιορτάζουν όμως και τα δέντρα που φυλλορροούν αφού μεταταραπούν τα φύλλα τους σε όλα τα χρώματα της ομορφιάς!


 Τζουστινάκι...

Υστερόγραφο:

Η καλή συνάδελφος Τόνια Μιανιατέα δίνει την πραγματική εξήγηση για το μη Μ του Οκτώβρη:

Γιατί οι μήνες Σεπτέμβιος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος, στη λατινική απ΄ όπου προέρχονται (ρωμαϊκό ημερολόγιο γαρ) μας προέκυψαν από τους αριθμούς Septem (επτά), Novem (εννιά), Decem (δέκα). Ο Οκτώβριος από το Octo (οκτώ), που δεν έχει «μ

Τρείς δάσκαλοι, μια τάξη, ένα κατεδαφισμένο σχολείο!

Τρείς δάσκαλοι, μια τάξη, ένα κατεδαφισμένο σχολείο!


Πρόσφατα βρέθηκαν οι συμμαθητές της τάξης 1965-1971 του 1ουΔημοτικού Σχολείου Λευκάδας, τιμώντας τις μνήμες μιας παιδικής ηλικίας, που έπλασε και διαμόρφωσε τις ζωές και το είναι μας. Δεν θα αναφερθώ στο σχολικό κτίριο που έχει κατεδαφιστεί συμπαρασύροντας τα γέλια, τα κλάματα, τα παιχνίδια, τις απαγγελίες, τις παραστάσεις, τα κυνηγητά πολλών γενεών στην ανυπαρξία της λήθης.

Θα σταθώ στους δασκάλους που μας σμίλεψαν διαμορφώνοντας τις συνειδήσεις μας, ορίζοντας τις προσωπικότητές μας αλλά και την περαιτέρω πορεία μας στο μέλλον.

Η πρώτη μας δασκάλα, τη θυμάμαι σαν τώρα, ήταν η κυρία Ελλη. Μια γηραιά κυρία με άσπρα μαλλιά και μαύρα ρούχα πένθους. Η παρουσία της στην τάξη δεν κράτησε πάνω απο μερικές εβδομάδες καθώς πήρε σύνταξη κι έτσι εγκατέλειψε το διδασκαλικό καθήκον της μεταβαίνοντας στην Αθήνα.

Η αντικαστάτριά της ήταν η κα Αθανασία, μια νεοδιορισμένη δασκάλα με σεμνό ύφος, ένα αδιόρατο χαμόγελο στα χείλη και μια αυξημένη αίσθηση καθήκοντος. Η κυρία Αθανασία με μελιά μάτια και μελιά μαλλιά δεμένα σφιχτά σε ένα κότσο ήταν ένα μια δασκάλα σχεδόν περαστική απο την ύπαρξή μας καθώς με το τέλος της σχολικής χρονιάς μετατέθηκε αλλού κι έτσι δεν φέρω περισσότερες μνήμες.

Στη Δευτέρα Δημοτικού η μαθητική μας ζωή πήρε χρώμα, ναί χρώμα και γυναικεία γοητεία. Δασκάλα μας ορίσθηκε η κυρία Ελπίδα Ρομποτή, μια γυναίκα με αστική καταγωγή απο την πόλη, όμορφη με ένα χαμόγελο σάπιου μήλου-ναι σάπιο μήλο ήταν το κραγιόν της- και δυό σειρές λευκά δόντια σαν μαργαριτάρια.

Η κυρία Ελπίδα θα ήταν περασμένα σαράντα αλλά η γοητεία της ήταν μοναδική. Τα μαλλιά της πάντα χτενισμένα στο κομμωτήριο, στο πέρασμά της απέπνεε γυναικεία αρώματα σώματος και κώμης. Ηταν αυτό που λέμε η ενσάρκωση της κομψότητας και της φινέτσας.

Η κυρία Ελπίδα είχε ένα γέλιο, ένα απέραντο γάργαρο γέλιο που έσμιγε με το γέλιο των άλλων δασκάλων κι έφτανε μέχρι την τάξη μας καθώς έμπαινε μέσα πάντοτε καθυστερημένα.

Η κυρία Ελπίδα τη δεύτερη κιόλας μέρα της παρουσίας της στην τάξη, μας έδωσε προς ανάγνωση ένα κεφάλαιο που έλεγε ότι η τάξη έπρεπε να εκλέξει αρχηγό. Τα παιδιά με μια φωνή είπαν «Ιουστίνη» κι έτσι πήρα αυτή την πολύτιμη διάκριση που βέβαια σε εκείνη την ηλικία δεν ήξερα τι ακριβώς σήμαινε , ποιές χαρές και ποιές υποχρεώσεις κουβαλούσε ένας τέτοιος τίτλος. Θυμάμαι όμως που εκείνη υπογράμμισε πως περίμενε να εκλέξουμε ένα αγόρι για αρχηγό, υπαινισσόμενη την υπεροχή του άλλου φύλου...

Ωστόσο, πολύ σύντομα διέγνωσε τον ατίθασσο χαρακτήρα , την επιχειρηματολογία κι έτσι ενώπιον όλων των παιδιών προέβλεψε :«μια μέρα εσύ θα μπείς στη Νομική, θα γίνεις δικηγόρος». Τα λόγια της αποτέλεσαν για μένα την πιό δυνατή παρακαταθήκη στην πορεία και τις στροφές της ζωής μου.

Η κυρία Ελπίδα ήταν αλέγρα, μας αγαπούσε και μας έδινε πολύ ελεύθερο χρόνο να ζωγραφίσουμε, να αυτοσχεδιάσουμε, να μιλήσουμε, να αναπτύξουμε την άγουρη προσωπικότητά μας. Επί της εποχής της γίνονταν υπέροχα μασκέ πάρτυ στην αυλή του σχολείου, πάρτυ που σύντομα κατάργησε ο εφιάλτης της δικτατορίας.

Στην Τετάρτη Δημοτικού, η τάξη όφειλε να παραδοθεί σε δάσκαλο γένους αρσενικού. Ετσι μπήκε στη ζωή μας ο κυρ-Τάκης ο Αλβανίτης, γνωστός και ως Καζάζης. Ο κύρ-Τάκης ήταν ενορίτης μας, φίλος του πατέρα μου κι ενίοτε ψάλτης στην πολυφωνική χορωδία των Αγίων Αναργύρων. Ετσι τον ένιωθα οικείο, πολύ οικείο, κάτι σαν γείτονα.

Ο κυρ Τάκης ήταν ένας εξαιρετικός δάσκαλος, η μεταδοτικότητά του στην ελληνική γλώσσα αλλά και την αριθμητική ήταν φαινομενική. Ετσι απλά, μιλώντας σαν δικός μας άνθρωπος μας έκανε κοινωνούς της φυσικής, της χημείας, των μαθηματικών, της γραμματικής...

Η μεγαλύτερή του στιγμή ήταν όταν ερχόταν η παραμονή της 28ηςΟκτωβρίου, η παραμονή του μεγάλου και περήφανου ΟΧΙ. Τότε ως χείμαρρος αναφερόταν στις περιπέτειες του Ελληνικού στρατού στο αλβανικό μέτωπο, περιπέτειες είχε βιώσει ο ίδιος ως στρατιώτης του μετώπου και που διηγιόταν με χιούμορ και πάθος, εμβάλλοντάς μας την ιδέα του ηρωισμού.

Ο κυρ Τάκης ήταν ένας δάσκαλος που σαφώς δεν άντεχε τη μετριότητα. Υπήρξε άτεγκτος και αυστηρός με τα παιδιά που είχαν μαθησιακές δυσκολίες, ίσως γιατί η εκπαίδευση δεν γνώριζε τότε τα περί δυσλεξίας, δυσανεξίας, έλλειψης συγκέντρωσης  κλπ . Ισως γιατί το εκπαιδευτικό σύστημα κονιορτοποιούσε τις ιδιαιτερότητες και τα ελλείμματα των αδύνατων μαθητών.

Ο κυρ Τάκης υπήρξε καθοριστικός στην διαμόρφωση του χαρακτήρα μας παράλληλα με την προώθησή μας στην παιδεία. Δεν έκανε διαχωρισμούς ανάμεσα στα παιδιά των φίλων του και τα υπόλοιπα παιδιά της τάξης. Δεν δίσταζε να μας επιπλήξει και να μας τιμωρήσει εις επήκοον όλων αν του περνούσε απο το μυαλό ότι τεμπελιάσαμε , ότι δεν είχαμε διαβάσει το μάθημά μας, ότι προσπαθούσαμε να τον κοροίδέψουμε.

Πιστεύω ότι πάντα πάλευε με αυτή την πονηράδα των παιδιών που τελικά μπορεί να ήταν απλώς μαθησιακή δυσκολία ή έστω μια πρόσκαιρη έκφραση διαφυγής απο το καθήκον.

Τον κυρ Τάκη τον λατρέψαμε για την μεταδοτικότητα της γνώσης, για τον πληθωρικό του χαρακτήρα, για την δικαιοσύνη του απέναντι σε όλους. Απο το αλεστήρι της αυστηρότητας δεν έμεινε κανένας απέξω. Ούτε καν ο λατρεμένος του Θοδωρής Μαυρομάτης, ούτε αυτός τη γλίτωσε απο τα πυρά του.

Και πάντως όταν πήρε βαθμό και έγινε διευθυντής σε μεγαλύτερο σχολείο της Κέρκυρας, όλα τα παιδιά θρηνήσαμε την απομάκρυνσή του απο το σχολείο , το οποίο είχε βουτηχτεί στη δική του αύρα. Το γραφείο των δασκάλων, η αυλή ορφάνεψαν απο τα γέλια και τις αυστηρές φωνές του.

Προσωπικά, νιώθω ευγνώμων προς τους δασκάλους μου, που με ενέπνευσαν ως προς την άμιλλα και την αριστεία. Τους χρωστώ το εύ ζήν κι αυτό είναι ίσως η μεγαλύτερη ανταποδοτικότητα του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού.

Οσο για τους συμμαθητές μου, μια άλλη φορά θα γράψω τις ιστορίες μιας τάξης!

Κίτσα , Αγγελική Κικού, αγάπη μου!

Κίτσα , Αγγελική Κικού, αγάπη μου!


Στις ιστορίες μιας τάξης επανέρχομαι για να αφηγηθώ πώς γνώρισα την συμμαθήτριά μου Αγγελική Σπηλιά στη ΣΤ Τάξη του 1ουΔημοτικού Σχολείου Λευκάδας και την έκανα κολλητή μου φιλενάδα τρία χρόνια αργότερα, στα τέλη της γυμνασικής σπουδής. Εκτοτε , είμαστε το αχώριστο δίδυμο στις χαρές, τις λύπες, τα γέλια και τα πένθη.
Ξαφνικά εκείνη την ηλιόλουστη μέρα του Σεπτέμβρη βρέθηκε στην τάξη μια καινούρια μαθήτρια. Η Κίτσα Σπηλιά μας όπως τη σύστησε ο δάσκαλος Τάκης Καζάζης με έντονο ενθουσιασμό καθώς ήταν κόρη των δασκάλων Μαρίας Ματαφιά-Σπηλιά και Γιάννη Σπηλιά που δίδασκαν στο Θύρειον Αιτωλοακαρνανίας.
Το κοριτσάκι με τα κατσαρά μαλλιά και τα μελιά μάτια ένιωθε αμήχανο έτσι όπως έπεσε σαν αλεξίπτωτο στη βαρβαρότητα του κοινωνικού συστήματος μιας άγνωστης τάξης, η οποία μετρούσε πέντε χρόνια ισορροπιών μετά συμμαθητών και συμμαθητριών.
Την είδα μόνη στο διάλειμμα να κοιτάζει εμάς τους «ξένους συμμαθητές» και ένα κύμα οίκτου με συνεπήρε. Αντιλαμβανόμουν απο τότε τη βαθειά μοναξιά των μαθητών που έπεφταν στη δική μας αγέλη. Είχαν προηγηθεί πολλά αγόρια και κορίτσια που ένιωθαν τη διαφορετικότητά τους, άλλα με υπεροψία (τα παιδιά των δημοσίων υπαλλήλων) και άλλα με αίσθημα κατωτερότητας (τα παιδιά απο τα χωριά της Λευκάδας).
Της συστήθηκα και της μίλησα φιλικά. Κι εκείνη ανταποκρίθηκε στην ευγενική πρωτοβουλία μου. Αλλά εγώ ήμουν τότε ζευγαράκι με την Κατερίνα Χαλκιοπούλου και κανείς ή καμία δεν έμπαινε ανάμεσά μας. Μέσα στο μυαλό μου το είχα έτσι, να είμαι πιστή στη φιλία μου.
Η Κίτσα (απο το χαϊδευτικό Κικίτσα της μαμάς της)  πολύ σύντομα ξεχώρισε μέσα στην τάξη. Απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις του δασκάλου μας ακόμη και σ΄αυτές που εμείς οι υπόλοιποι καλοί μαθητές πέφταμε έξω. Ηταν σεμνή και μετρημένη, θετική και σίγουρη για όσα ξεστόμιζε. Εγραφε μακριές εκθέσεις χωρίς κανένα ορθογραφικό λάθος και τα γραμματάκια της ήταν κατσαρά με τσιγγελάκια σαν τα μαλλιά της.
Το βλέμμα της είχε μια τρομερή αθωότητα και έκανε υπεράνθρωπες προσπάθειες να νικήσει την βαρειά αιτωλοακαρνανική προφορά της, που προκαλούσε πολλάκις την ειρωνία των Μπουρανέλων συμμαθητών μας. Γενικά στο δημοτικό, ο ρατσιμός των Λευκαδίων μαθητών προς τους υπόλοιπους ήταν εξώφθαλμος και κανένας δεν έκανε κάτι γι αυτό. Προσωπικά, επειδή ο πατέρας μου και η μητέρα μου είλκαν καταγωγή απο χωριά της Λευκάδας, δεν ένιωθα Μπουρανέλα. Αλλωστε δεν μου άρεσε αυτό το βάρβαρο κόψιμο των καταλήξεων στις λέξεις τους.
Η Κίτσα μπήκε στις εισαγωγικές εξετάσεις του Γυμνασίου σχεδόν μέσα στις πρώτες. Η Κατερίνα Χαλκιοπούλου είχε ήδη αναχωρήσει για την Αθήνα κι εγώ τότε άρχισα την κολλητή παρέα με την Μαριάννα Καρφάκη. Ωστόσο, θαύμαζα ειλικρινά το ήθος και την ποιότητα της αριστείας που είχε κατακτήσει η Αγγελική Σπηλιά (τώρα είχε πάρει το επίσημο όνομά της στους καταλόγους της τάξης).
Ηταν ευφυέστατη, προσηνής κι έκανε παρέα με την γειτόνισσά της , τη Σταμάτα. Ωστόσο, στη Α Λυκείου έμελλε να έρθουμε σιμότερα. Τότε οι δρόμοι μας χώρισαν με τη Μαριάννα, εκείνη πήγε στο Πρακτικό που συστεγαζόταν ως μεικτό τμήμα στο Γυμνάσιον Αρρένων. Ετσι χάσαμε την επαφή της καθημερινότητας κι εγώ αναζητούσα καινούριο ταίρι.
Η Αγγελική-Κίτσα διείσδυσε στη ζωή μου μαγικά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Μαζί διαβάζαμε ατέλειωτες ώρες για τις εξετάσεις, μαζί κάναμε φροντιστήριο στον εξαιρετικό καθηγητή Κώστα Φωτεινό, μαζί μιλούσαμε για τα χασκόγελα των αγοριών στο δρόμο, μαζί περπατούσαμε στο δρόμο του Κάστρου κάνοντας ατέλειωτες συζητήσεις περί παντός επιστητού.Μαζί διαβάζαμε το απαγορευμένο Ρομάντσο της εποχής και το κρύβαμε κάτω απο τα στρώματα... Και νιώθαμε νικήτριεςκαι τροπαιούχες!
Μαζί καθόμασταν στου Χαλικιά για μια πάστα μόκα η σοκολατίνα έστω, μαζί κάναμε σχέδια για το Πανεπιστήμιο, εκείνη Φιλοσοφική, εγώ Νομική. Και η ζωή προχωρούσε ανάμεσα στα καλοκαίρια της ξενοιασιάς και τους χειμώνες των υποχρεώσεων. Ωσπου περάσαμε και οι δυό στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και γίναμε πιο΄εξαρτημένες η μιά απο την άλλη.
Παρακολουθήσεις στα μαθήματα, κοπάνες τρελές, ολονύχτια πάρτυ, φασίνες (με βοηθούσε γιατί ήμουν άπλερη και ανίκανη) όλα πέρασαν απο την κοινή ζωή μας και δυνάμωσαν τη σχέση μας που έγινε αδελφική. Ετσι την ονόμασα Κικού, η δική μου Αγγελική λέγεται έκτοτε Κικού ή Κικουλίνα.
Εκείνη μου έκανε την τιμή να την στεφανώσω και να βαφτίσω την κόρη της Μαρία Διαμάντη. Η ζωή μας εξακολουθεί να εφάπτεται όταν επισκέπτομαι την Ελλάδα αλλά και μακρόθεν ο δεσμός είναι σφιχτοπλεγμένος.
Σ΄αγαπώ Κικουλίνα μου και σε σκέφτομαι στα δύσκολα.
Η φιλενάδα σου
Το Τζουστινάκι

Κατερίνα, Κατερινάκι...

Κατερίνα, Κατερινάκι...



Στη φωτογραφία αριστερά: Κατερίνα Χαλκιοπούλου (δίπλα από τον μικροσκοπικό τσολιά) , πίσω η Σοφία Ζαβιτσάνου και τελευταία εγώ. Ολες μας ντυμένες περήφανες Αμαλίες! 

Συνεχίζοντας τις ιστορίες μιας τάξης, σήμερα θα σταθώ στο κοριτσάκι που συντρόφευσε τα χρόνια μου στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Λευκάδας. Είναι η Κατερίνα Χαλκιοπούλου, αρχιτεκτόνισσα εν Λευκάδι σήμερα, το Κατερινάκι που έμοιαζε και μοιάζει σαν μικρό κορίτσι έτσι που το πρόσωπο και το σώμα της παραμένουν αναλλοίωτα απο τα χρόνια.
Με την Κατερίνα δεν θυμάμαι ακριβώς πώς ήρθαμε τόσο κοντά να γίνουμε κολλητές, ένα απο τα ζευγαράκια των συμμαθητριών του σχολείου. Πιστεύω ότι αυτό συνέβη μετά την Γ’ Δημοτικού και μάλλον προέκυψε επειδή καθόμασταν στο ίδιο θρανίο εκ συμπτώσεως.
Η Κατερίνα ήταν λεπτοδίνικη και μικροσκοπική. Αν μου έλεγες να σου την περιγράψω θα την σχεδίαζα σαν ένα κοριτσάκι με φουντωτές φουστίτσες και καραμελένια όψη, με δύο τεράστια καστανά μάτια και ανακατεμένα σπαστά μαλλάκια. Το ύφος της ήταν σοβαρό, η φωνή της έβγαινε σαν τραγούδι με ένα ιδιαίτερο συριστικό σίγμα που σφύριζε ανάμεσα απο τα άσπρα δοντάκια της.
Μάλλον ήταν προσωπική κατάκτηση να γίνει φίλη μου γιατί η Κατερίνα δεν ξανοιγόταν σε πολλές σχέσεις. Μπορεί να ήταν κάπως κοντινή με την Αθανασία Κατωπόδη που αργότερα έφυγε για το Σικάγο, αλλά μέχρις εκεί. Κι αυτό επειδή ήταν γειτόνισσες.
Αλλά εμένα με γοήτευε ο τρόπος που έλυνε τα προβλήματα της αριθμητικής , το αποφασιστικό και γρήγορο ύφος της και η απέραντη σεμνότητά της μέσα στην τάξη. Ηταν απο τα παιδιά που μπορεί και να μην τιμωρήθηκε ποτέ με ξυλιές ή με απομόνωση στη γωνία. Δεν έδινε δικαιώματα, ήταν πολύ συγκρατημένη σε όλα της. Ηταν η επιτομή του καλού κοριτσιού που η περήφανη φύση του δεν ήθελε να προκαλεί επιπλήξεις.
Εμένα φυσικά με γοήτευε αυτή η κλειστή και σοβαρή πλευρά του χαρακτήρα της. Το ότι δεν αφηνόταν να παρασυρθεί απο τίποτε, σε σχέση με μένα που διαρκώς παρασυρόμουν απο τα πάντα, ήταν το σημείο που θαύμαζα στην Κατερίνα.
Η σχέση μας τονώθηκε ή μάλλον απογειώθηκε όταν αποκτήσαμε και οι δύο τηλεφωνικές συσκευές. Στη Λευκάδα του 60 δεν υπήρχαν πολλά σπίτια με τηλέφωνο του ΟΤΕ. Ετσι,  αφού συζητούσαμε περί παντός επιστητού  ακατάπαυστα σε όλο το δρόμο της επιστροφής απο το σχολείο, μετά ταράζαμε το τηλέφωνο, με αφορμή τις λύσεις των μαθηματικών προβλημάτων.
Ε, ναι! Ο έρωτας και των δυό μας ήταν εκείνα τα βιβλιαράκια που περιείχαν τα 1001, 2001 , 3001  προβλήματα αριθμητικής. Απαιτούσαν συνδυαστική ικανότητα, γνώση των πράξεων της άλγεβρας και πάθος. Τα αγοράζαμε απο τον βιβλιοπώλη της γειτονιάς και τα λύναμε περίπου σαν σταυρόλεξα. Η γρηγορότερη κέρδιζε την αποδοχή της άλλης.
Η Κατερίνα για το Γυμνάσιο μετακόμισε στην Αθήνα. Ηταν μια λυπημένη εποχή για μένα, καθώς η Χαλκιοπούλου Αικατερίνη δεν θα ήταν πιά μαζί μου. Εκείνη με την οικογένειά της, την κυρία Γεωργία , τον μπαμπά της και τον μικρό Ανδρέα επέλεξαν την εσωτερική μετανάστευση, που ήταν η μόδα και η ανάγκη της εποχής.
Τα καλοκαίρια έκτοτε χαθήκαμε γιατί η Κατερίνα είχε μεταμορφωθεί σε ένα άλλο κορίτσι με τσαγανό και επαναστατικότητα μέσα της. Ενιωθα πως με αντιμετώπιζε σαν ανώριμη μαθήτρια γυμνασίου, μια καθωσπρέπει κοπέλα της Λευκάδας όταν επέστρεφε στις διακοπές της. Αλλά δεν στεναχωριόμουν γιατί τώρα στη ζωή μου είχε παρεισφρύσει ο σίφουνας που λεγόταν Μαριάννα Καρφάκη.
Η Κατερίνα σήμερα είναι μια επιτυχημένη αρχιτεκτόνισσα στη Λευκάδα, παντρεμένη με το Νότη Κατωπόδη, αδελφό της Νέλλης και με κόρη την Γεωργιάννα. Οι σχέσεις μας είναι μακρινές, αλλά χαίρομαι να τη βλέπω να διατηρεί τη νεότητά της, την ομορφιά της κι εκείνο το υπέροχο συριστικό σίγμα ανάμεσα απο τα μικρά δόντια της.
Χρόνια σου πολλά Κατερινάκι, με υγεία και δημιουργικότητα.
Τζουστινάκι

Η Συνάντησή μας της 15-8-2015

Η Συνάντησή μας της 15-8-2015 μετά από 45 χρόνια, ήταν πραγματικά μιά πανέμορφη βραδυά. Ακολουθούν μερικές φωτογραφίες


από αριστερά Νανά Αραβανή, Θωμάς Λάζαρης, Λίνα Μασμανίδη, Σαλώμη Σταύρακα, Κίτσα Σπηλιά




από αριστερά Ηλίας Μπόρσας, Κατερίνα Χαλκιοπούλου, Κική Σπηλιά, Θωμάς Λάζαρης



από αριστερά Αμφιλόχιος Χατζηγεωργίου, Σπύρος Γεράρδης, Νίκος Παβέλης



από δεξιά Τάσος Κοντομίχης Θωμάς Λάζαρης, Κατερίνα Χαλκιοπούλου



Λίνα Μασμανίδη (μπροστά) Σαλώμη Σταύρακα (πίσω)



Νανά Αραβανή (μπροστά), Κική Σπηλιά (όρθια) Σταυρούλα Καββαδά



όρθιοι Νανά Αραβανή Θωμάς Λάζαρης
Με την πλάτη Κική Σούνδια, Θοδωρής Γεωργάκης, Ηλίας Μπόρσας



όρθιοι απο αριστερά Κική Σπηλιά, Πέρης Βλάχος Λίνα Μασμανίδη, καθιστοί από αριστερά Γιάννης Χαλκιόπουλος Νότης Βλάχος, Σοφία Δουκατά



Θύμιος Σκορδάς, στη μέση η Αθανασία Κατωπόδη και Θοδώρα Κοψιδά



Αγγελική Σούυνδια, Θοδωρής Γεωργάκης, Ηλίας Μπόρσας



από αριστερά Αγελική Σπηλιά Θύμιος Σκορδάς Αθανασία Κατωπόδη





όρθιες από αριστερά Νανά Αραβανή, Αγγελική Σπηλιά καθιστοί Ηλίας Μπόρσας Κατερίνα Χαλκιοπούλου







Λίνα Μασμανίδη με Αμφιλόχιο Χατζηγεωργίου


Γιώργος Θεμελής στη μέση η Σταυρούλα Καββαδά και η Νανά Αραβανή





όρθια Μαριάνα Καρφάκη, συνομιλεί με τον Σπύρο Γεράρδη




Πέρης Βλάχος αριστερά Τάσσος Κοντομίχης δεξιά



από αριστερά Σοφία Δουκατά, Νανά Αραβανή, Λίνα Μασμανίδη, Κική Σπηλιά και Σαλώμη Σταύρακα



απο αριστερά Γιάννης Χαλκιόπουλος, όρθιος Πέρης Βλάχος και Νότης Βλάχος, Σοφία Δουκατά