1ο Δημοτικό Σχολεό Λευκάδας 1965-1971

Γειά σας,
Σκοπός αυτού το blog είναι να μπορέσουμε να βρεθούμε οι συμμαθητές του 1ου Δημοτικού Σχολείου Λευκάδας της περιόδου 1965-1971. Η ιδέα της δημιουργίας του blog προέκυψε από την ανάγκη ώστε περισσότεροι συμμαθητές μας που δεν χρησιμοποιούν Facebook αλλά κάνουν χρήση του διαδικτύου να έχουν πρόσβαση και να ενημερώνονται σχετικά με τα reunions ή ακόμη στο να μπορούμε να επικοινωνούμε μεταξύ μας, διότι με το πέρασμα του χρόνου χαθήκαμε και πολλοί από εμάς έχουμε να ιδωθούμε απο τότε. Θα υπάρχει δυνατότητα δημοσίευσης φωτογραφιών από εκείνη την περίοδο αλλά και κειμένων, επίσης θα υπάρχει λίστα των ονομάτων των συμμαθητών. Ας γίνει λοιπόν αυτό το blog ενας πόλος επανασύνδεσης μεταξύ μας. Ευνόητο είναι ότι οποιεσδήποτε ιδέες βελτίωσης του είναι ευπρόσδεκτες.

Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

Ο Θοδωρής του Ακυρωμένου Ανταγωνισμού!


 Αυτές οι ιστορίες με φόντο το μαυροπίνακα στο 1ο Δημοτικό Σχολείο του Μαρκά με ανανεώνουν καθώς σκύβω βαθειά σε ήχους πλάγιους της ζωής μου. Σήμερα τιμητική έχει ο Θοδωρής ο Μαυρομμάτης, ένα αγόρι που θα μπορούσα να πώ ότι υπήρξε σχεδόν μοιραίο στην μαθητική ζωή μου, καθώς αντιπροσώπευσε εν πολλοίς την αρχή των σεξιστικών διακρίσεων στη ζωή μου.

Ο Θοδωρής ήταν ψηλός και γεματούλης, φορούσε χοντρά μυωπικά γυαλιά και ήταν γενικά συγκρατημένος. Καθόταν σε μια ωραία μονοκατοικία στην πλατεία Ζαμπέλη και προερχόταν απο τις καθαρά αστικές οικογένειες της Λευκάδας, καθώς ο πατέρας του διατηρούσε εμπορικό κατάστημα στην αγορά. Η επαγγελματική ιδιότητα του ιδιοκτήτου εμπορικού καταστήματος περιείχε μια λάμψη κι ένα στίγμα ταξικής ανωτερότητας εκείνες τις εποχές στη μετεμφυλιακή Λευκάδα.

Ο Θοδωρής ήταν καλός μαθητής, όχι με την φωναχτή έννοια του όρου, αλλά μάλλον μέσα απο την ικανότητά του να λύνει μαθηματικές ασκήσεις και να είναι στιβαρός στις απαντήσεις του, τις οποίες έδινε μόνο όταν του απευθυνόταν ο λόγος απο τους δασκάλους.

Ο Θοδωρής ως μοναχογιός είχε μια σεμνότητα αλλά και μια ιδιαίτερη αυτοπεποίθηση. Περιστοίχιζε εαυτόν πάντοτε με τους συμμαθητές των αστικών οικογενειών της πόλης και σπάνια τον έβλεπες να παίζει με παιδιά που δεν γνώριζε απο μικρός. Ηταν ο ορισμός του περιορισμένου στον κύκλο του αγοριού κι ίσως αυτό να οφειλόταν στην αυστηρότητα του οικογενειακού του περιβάλλοντος.

Ο Θοδωρής , λοιπόν, άθελά του με έμαθε πως ήμουν κορίτσι και ως κορίτσι είχα λιγότερα δικαιώματα απο ένα αγόρι. Δεν το έκανε ηθελημένα, αλλά του έλαχε ο ρόλος να είναι ο αντίποδάς μου στα μαθήματα και ο πολυαγαπημένος μαθητής των δασκάλων.

Οταν τα παιδιά στη Β Δημοτικού με ψήφισαν ως αρχηγό της τάξης (τα παιδιά ήταν αθώα, δεν καταλάβαιναν απο τις διαφορές του φύλου), θυμάμαι πως η δασκάλα μας, η αείμνηστη κα Ελπίδα Ρομποτή, είπε ότι εκείνη ως αρχηγό της τάξης θα ψήφιζε ένα αγόρι κι αυτό θα ήταν ο Θοδωρής Μαυρομμάτης.

Αν κι οκτώ ετών, θυμάμαι πόσο σφίχτηκε η ψυχούλα μου και γύρισα σπίτι κλαίγοντας, παραπονούμενη στον πατέρα μου για το σχόλιο της κας Ελπίδας, που –σημειωτέον- δεν μου πήρε τον τίτλο της αρχηγού, απλώς μου αφόπλισε τη μικρή αλαζονία που είχα νιώσει.

Βέβαια, ο πατέρας μου ποτέ δεν με άφησε να νιώσω υποδεέστερη επειδή ήμουν κορίτσι και μάλιστα επιδεικτικά στις σχολικές λειτουργίες μου ανέθετε να απαγγέλλω το «Πιστεύω» και το «Πάτερ Ημών» εν μέσω ενός κοινωνικού συστήματος που θεωρούσε τα κορίτσια «παιδιά ενός κατώτερου Θεού».

Ο Θοδωρής δεν θα έλεγα πως ήταν φίλος μου, μάλλον αδιάφορος φάνταζε στα παιδικά μου μάτια. Φορούσε πάντα ωραίες αποκριάτικες στολές και ήταν καλοντυμένος  ως παιδί εμπόρου υφασμάτων και ρούχων.Κι ούτε μια στιγμή δεν είχα νιώσει ανταγωνισμό μαζί του γιατί ήταν γλυκός και υποστηρικτικός στην αυλή των παιχνιδιών.

 Το Θοδωρή τον λάτρεψα κυριολεκτικά στην ΣΤ Δημοτικού, όταν γνώρισα το αληθινό πρόσωπο του σεξισμού. Ο τότε δάσκαλος κάλεσε παραμονές της 28ης Οκτωβρίου τον πατέρα μου και του εξήγησε πως παρότι είχα σε όλα τα μαθήματα άριστα θα έκανε σημαιοφόρο τον Θοδωρή (με λιγότερα άριστα) γιατί δεν μπορούσε να παραδώσει τη σημαία σε ένα κορίτσι. Σε μένα έδωσε τη θέση της προσωρινής σημαιοφόρου.

Ο Θοδωρής κρατώντας τη σημαία κατά την παρέλαση εκείνη την 28η Οκτωβρίου ένιωθε τόσο, μα τόσο άβολα. Μου ζήτησε συγγνώμη, τονίζοντάς μου ότι εκείνος αντιλαμβανόταν πως θα έπρεπε να είχα χρησθεί εγώ ως σημαιοφόρος του σχολείου. Κι όλο σίμωνε κοντά μου κι όλο στεναχωριόταν που μου είχε γίνει τέτοια αδικία κι εκείνος ήταν το αναπόδραστο πρόβατο της εύκολης λύσης.

Φυσικά, ποτέ μέσα μου δεν συγχώρησα σε ολόκληρη τη σχολική επιτροπή την κοινωνική περιφρόνηση, που οφειλόταν καθαρά στο γυναικείο μου φύλο κι ορκίσθηκα έκτοτε να γίνω ΙΣΗ με τα αγόρια, ΙΣΗ σε κάθε έκφραση της ζωής μου.

Ο Θοδωρής έγινε μαθηματικός, επέστρεψε στη Λευκάδα κι έκανε μια ωραία οικογένεια με τρία  κορίτσια. Τον συναντώ συχνά και τον εκτιμώ περισσότερο καθώς όταν μας βλέπει με τις άλλες συμμαθήτριες έχει τη γαλαντοσύνη να μας λέει: «Καλώς τις κατά δέκα χρόνια νεότερες συμμαθήτριές μου».

Πρόσφατα τον είδα στην κηδεία του πατέρα μου και κατάλαβα ως τα τρίσβαθά μου πως ο Θοδωρής κι εγώ είμαστε καμωμένοι απο την ίδια ύλη, πως δεν υπάρχει κανένα σκιώδες παρελθόν ανάμεσά μας. Κι αν ήταν να διαλέξω σήμερα, στον Θοδωρή θα έδινα τη σημαία του σχολείου, όχι γιατί είναι αγόρι αλλά για το σωστό λόγο.

Ο Θοδωρής είναι ένας τρυφερός άνδρας που σέβεται την ιστορία του και αναγνωρίζει το βαθύ δέσιμο με τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριές του. Η σχέση μας σήμερα είναι  ένα σφιχταγκάλιασμα που δεν έχει να κάνει με επιδόσεις, σημαίες και άλλα εξωτερικά χαρακτηριστικά.

Ο Θοδωρής ο Μαυρομμάτης είναι ο γενναιόδωρος φίλος μου που με συναντάει απρόσμενα και μου ψιθυρίζει αγαπημένα: «Τόξερα εγώ πως εσύ θα γινόσουν κάτι ξεχωριστό».

Για όλα αυτά που υπήρξες και είσαι στη ζωή μου εκεί στο μικρό νησί των της αιώνιας επιστροφής, σ΄ευχαριστώ Θοδωρή. Ισως εξαιτίας σου έμαθα να παλεύω για την ισοτιμία και την ίση μεταχείριση στη ζωή.

Παντοτινά φίλη σου

Ιουστίνη

 

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Ο λιγομίλητος Τάσος και ο αριστοκρατικός Πέρις




Η επιστροφή στην τάξη με το μαυροπίνακα είναι μια εσωτερική διαδικασία που ανακατεύει μνήμες, φέρνει στο νού πρόσωπα και σκορπίζει την ομίχλη της λήθης.
Ο Τάσος Κοντομίχης δεν ήταν απλώς ένας συμμαθητής. Ηταν ο γείτονας στον κήπο των Αγίων Αναργύρων και τον ένιωθα απο παιδί να βρίσκεται πάντα γύρω μου, πότε κοιτώντας μέσα απο τις γρίλιες του παράθυρού του, πότε πετώντας τα μικρά πολύχρωμα μπαλάκια του στον κήπο.

 
Ο Τάσος ήταν διαρκώς παρών στη ζωή μου μέσα απο τη σχέση του πατέρα μου με τους γονείς του, Πανταζή Κοντομίχη φιλόλογο και διαπρεπή συγγραφέα και τη μητέρα του κα Σταματέλου, επίσης φιλόλογο και αγαπημένη φίλη των γονιών μου.

 
Ο Τάσος ήταν μικροσκοπικός εκ φύσεως και προσπαθούσε να περνάει απαρατήρητος στην τάξη.  Ηταν ο τύπος του παιδιού που δεν προκαλούσε καταστάσεις, που έδειχνε επιμέλεια και παρακολουθούσε γύρω του με εκείνα τα σκούρα πονηρά ματάκια του. Οι ατάκες του όμως έχουν μείνει μνημειώδεις, καθώς πεταγόταν απο το πουθενά στις μικρές απουσίες των δασκάλων κι έλεγε τα δικά του, προκαλώντας παράφορο γέλιο στην τάξη.

 
Ο Τάσος ήταν ένα παιδί που δεν έκανε παρέα με τα κορίτσια. Είχε τη δική του κλίκα των αγοριών και μας αγνοούσε επιδεικτικά, χαράσσοντας τα όρια των δύο φύλων. Δεν ανοιγόταν μαζί μας, δεν έπαιζε κυνηγητό στην αυλή, προσπαθούσε να περιχαρακωθεί στη συνοικία των αρσενικών.

 
Ως γιός καθηγητών αλλά και ως γείτονας του σχολείου είχε πάντοτε την εύνοια των δασκάλων μας  αλλά ποτέ μα ποτέ δεν έκανε χρήση, αποστασιοποιώντας εαυτόν απο τη λαμπρή καταγωγή του. Στην πραγματικότητα , αυτή η φυσική του σεμνότητα και δειλία μπορεί να εκπήγαζε ακριβώς απο το βαρύ φορτίο των γονέων του που είχε επικαθήσει στους τρυφερούς τους ώμους απο νωρίς.

 
Πάντως, τον θυμάμαι για το οξύ, καυστικό, σαρκαστικό του χιούμορ. Ελεγε με απόλυτη φυσικότητα τα πιό αστεία πράγματα και παρότι δεν ανήκα στο στενό του κύκλο, έπιαναν τα αυτιά μου τα  κύματα της οξυδέρκειάς του.

 
Ο Τάσος ακολούθησε το δρόμο των γονιών του, έγινε φιλόλογος και σήμερα είναι διευθυντής της Χαραμόγλειας Βιβλιοθήκης, όπου φυλάσσονται τα έργα των Λευκαδίων συγγραφέων και ποιητών και κάθε τί πολύτιμο γύρω απο τη Λευκάδα.

 
Συχνά στον επισκέπτομαι στη Βιβλιοθήκη και μιλάμε επί παντός επιστητού με επίκεντρο κυρίως τη γενέτειρα. Ο Τάσος αποτελεί ένα σπουδαίο συνομιλητή με εκείνο το καυστικό χιούμορ του να διαπερνά τα κόκκαλα και να μου θυμίζει τα διαλείμματα όπου τα αγόρια γύρω του χτυπιόνταν στα γέλια.

 
Δίπλα του στο θρανίο καθόταν πολλές φορές ο Πέρις Βλάχος. Α! Ο Πέρις με το ξενικό όνομα, σύντμηση του Περικλής, ήταν ένα πλάσμα που είχε βγεί καθαρά απο την αριστοκρατική κοπή της μακαριστής μητέρας του. Πάντοτε ντυμένος με τα ωραία του κοντά παντελόνια , τα πόλο του, τα πουκαμισάκια του σίγουρα έδειχνε την αστική καταγωγή του.

 
Ο Πέρις ήταν πολύ κοντινός στην οικογένεια γιατί ήμασταν κουμπάροι. Μην με ρωτάς πού και πώς, αλλά γνωρίζω ότι ο λαμπρός έμπορος παππούς του, Περικλής Βλάχος, αποκαλούσε τη μητέρα μου «κουμπάρα» κάθε φορά που πήγαινε να ψωνίσει στο μεγαλομπακάλικο.

 
Ο πατέρας του Πέρι είχε επίσης εμπορικό κατάστημα στην αγορά, ένα κατάστημα που πουλούσε κι ακόμη πουλάει είδη γάμου και βάφτισης και το οποίο σήμερα διατηρεί ο αδελφός του Πέρι, ο Χρήστος. Είχε πάντοτε τις πιό καλοβαλμένες και πρωτότυτες βιτρίνες με ειδικό ντεκορατέρ που ερχόταν απο την Αθήνα για το στολισμό άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνα.

 
Ο Πέρις ήταν σεμνός, γλυκός, ευγενικός με ένα ύφος που δεν επέτρεπε ούτε καν παρατηρήσεις απο τους δασκάλους. Ηταν καλός μαθητής ,μου φαίνεται με ιδιαίτερες επιδόσεις στα μαθηματικά και ποτέ δεν προκαλούσε τη μήνι των συμμαθητών του, συμμετέχοντας πάντοτε στην παρέα των παιδιών που είχε επιλέξει ως κύκλο του με τη σοβαρότητα της αστικής καταγωγής του.

 
Δεν ήταν φλύαρος, μάλλον λακωνικός θα έλεγα ήταν στο λόγο του. Νομίζω πως η μητέρα του διοργάνωνε σπουδαία πάρτυ στα γενέθλιά του, στα οποία ποτέ δεν ήμουν καλεσμένη αλλά άκουγα τις συζητήσεις των άλλων την επόμενη μέρα και ζήλευα.

 
Ο Πέρις, βέβαια, κυριολεκτικά απογειωνόταν στον αποκριάτικο χορό του σχολείου. Φορούσε καταπληκτικές στολές ιππότη, βασιλιά, Ρομπέν των Δασών και γενικά ήταν προχωρημένος, φένοντας καινούρια ήθη στην σχολική αυλή της επαρχίας. Ηταν ένα παιδί-μπιμπελό, που το θαύμαζες γιατί δεν ανήκε στα συνηθισμένα. Ηταν ξεχωριστός και σπάνιος, σκορπίζοντας τον ευγενή αέρα της μητέρας του στον πεπερασμένο χώρο της μικρής μας πόλης.

 
Ο Πέρις βρήκε δουλειά στην Εθνική Τράπεζα κι έτσι έμεινε στην ωραία Λευκάδα. Σήμερα, μετά τη δουλειά του, απολαμβάνει τις μέρες του φωτογραφίζοντας υπέροχα τοπία και κάνοντας διάφορα ηλεκτρονικά επιτεύγματα.

 
Είναι ο συμμαθητής που μας ενώνει όλους και όλες καθώς στην ατζέντα του κυκλοφορούν τα ονόματά μας και είναι εκείνος που μαζί με τη Λίνα Μασμανίδη οργανώνουν τις συνευρέσεις των συμμαθητών μας.

 
Ο Πέρις πάντα θα μου θυμίζει πως τον θαύμαζα για όσα δεν ήξερε πως έφερνε στην αισθητική μου, εμπλουτίζοντάς την με την αριστοκρατική παρουσία του!

 
 Τζουστινάκι!
 

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Ο Νώντας και ο Νότης: Δυό αγόρια, ένα κορίτσι, ένα σάντουιτς!

Ο Νώντας και ο Νότης: Δυό αγόρια, ένα κορίτσι, ένα σάντουιτς!



Κι ο κλήρος πέφτει στα αγόρια που ήταν σα σα σα σκυλόψαρα...


Ετσι τους βλέπαμε στο σχολεία τους συμμαθητές: άσχημους, άχαρους , ενοχλητικούς. Τα αγόρια της τάξης μας ήταν συμπληρωματικά μιας βαρετής ρουτίνας, απο την οποία δεν είχαν ούτε το ταλέντο ούτε τη φαντασία να μας βγάλουν. Αντίθετα μας βύθιζαν βαθύτερα στα πρέπει και τα μή των δασκάλων μας, επισύροντας παραπάνω ομαδικές τιμωρίες λόγω της ζωηράδας και της αταξίας τους.


Αυτά συνέβαιναν στην τάξη 1965-1971 του 1ου Δημοτικού Σχολείου Λευκάδας. Σε μια σειρά κειμένων θα προσπαθήσω να ρίξω φώς στις παιδικές φιγούρες των αγοριών και των κοριτσιών, που πλαισίωσαν την πορεία μου στην πρώιμη εκπαίδευση επι μια εξαετία στο θρυλικό σχολείο του Μαρκά.


Θα αρχίσω, λοιπόν, απο τους κοντινότερους αρσενικούς, το Νώντα Σκίτσα και το Νότη Βλάχο. Η μοίρα τόφερε να με πλαισιώσουν στο θρανίο στην Τρίτη Δημοτικού, καθώς η δασκάλα μας, κα Ελπίδα Ρομποτή είχε χάσει την ελπίδα της ότι θα μπορούσα να συμμορφωθώ και να σταματήσω να πολυλογώ με τα κορίτσια.


Εκείνη την αποφράδα μέρα που στο θρανίο των τριών έγινα το τυρί του σάντουιτς ένιωσα τρομερά ταπεινωμένη. Ο Νότης ήταν ήδη φίλος μου, αλλά ο Νώντας ήταν άγνωστος. Ενας ξένος ψηλός και ανοίκειος. Αυτοί οι δύο συμμαθητές χρεώθηκαν από τη δασκάλα με το καθήκον να μην απαντούν στο διάλογο που θα τους άνοιγα.


Ο Νώντας ήταν αυτό που λέμε σεμνός και άχαρος. Ηταν ένα κεφάλι πιό ψηλός απο τα κορίτσια και μισό κεφάλι ψηλότερος απο τα αγόρια, γι αυτό μάζευε διαρκώς τους ώμους του. Ηταν γλυκούλης, ευγενικός , ανυπεράσπιστος στη θυελλώδη πολυλογία μου. Μου απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις και συχνά η δασκάλα του έβαζε τιμωρίες γιατί δεν εκτελούσε το καθήκον της τιθάσσευσής μου. Τον έπιανε να μην μπορεί να συνεχίσει στην ανάγνωση και τον προσέβαλε με σκληρό τρόπο. Ενιωθα πολύ άσχημα εκείνες τις στιγμές.


Η πιό αξιομνημόνευτη στιγμή του Νώντα ήταν όταν έσπασε το χέρι του ψηλά απο τον ώμο. Ηταν με το χέρι σε γύψο κρεμασμένο απο τον αριστερό ώμο του. Εκείνες τις εποχές φοβόμουν τον γύψο, ήταν ένα είδος απειλής της ακεραιότητας γι αυτό είχε γίνει φοβικό στοιχείο για τη μικρή μου ύπαρξη. Επιπλέον, ο Νώντας μύριζε καμφορά γιατί η μαμά του είχε βάλει μέσα απο τη μπλούζα του τη λευκή σκόνη για κάποιους άγνωστους ιατρικούς λόγους.


Οταν επέστρεψε ο Νωντας στο σχολείο με το γύψο εγω έζησα ένα ζωντανό μαρτύριο για 4 εβδομάδες. Νόμιζα πως θα λιποθυμούσα απο τη βαρειά μυρωδιά της καμφοράς και απο το φόβο για το γύψο. Ο Νώντας έγινε πολύ μελαγχολικός γιατί αντιλαμβανόταν την δυστυχία που μου προκαλούσε. Αλλά συνεχίσαμε να συνυπάρχουμε στο θρανίο εκείνος αριστερά, εγώ στη μέση και ο Νότης δεξιά μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς.


Ο Νότης ήταν έξυπνος, όμορφος με δύο εκφραστικά γαλανά μάτια. Ηταν φιλαράκι μου, με συνόδευε στα μισά μέχρι το σπίτι κάθε απόγευμα. Ηταν κι εκείνος πολυλογάς κι έτσι ανταλλάσσαμε κάθε είδους πληροφορίες. Μιλούσαμε πολιτικά (ήταν η μαύρη επταετία και ο πατέρας τους ήταν κρατούμενος τους πρώτους μήνες) κι έτσι ένιωθα μια βαθειά πίκρα για όσα του συνέβαιναν. Επιπλέον, η μητέρα του είχε κάποιο είδος ασθένειας που τον απασχολούσε έντονα.


Ο Νότης είχε μια θεία που τον αγαπούσε υπερβολικά, τόσο υπερβολικά που μπήκε ανάμεσά μας και μας χώρισε απο φίλους. Αυτή η συγκεκριμένη θεία με έκανε να τρέμω όταν την έβλεπα. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος της τρυφερής μου ηλικίας. Ετσι απομακρύνθηκα απο τον ωραίο συνομιλητή μου στο δημοτικό.


Στα χρόνια του γυμνασίου τα αγόρια πήγαν στο Αρρένων και τα κορίτσια στο Θηλέων. Ετσι χαθήκαμε με το Νώντα, που έχω να τον δώ περί τα 30 χρόνια.


Ο Νότης μετακόμισε με την οικογένειά του στην Αθήνα, έγινε εσωτερικός μετανάστης. Τον έβλεπα τα καλοκαίρια, αλλά είχε γίνει Αθηναίος, δηλαδή είχε αποκτήσει μια ελάχιστη εφηβική αλαζονία. Οταν επέστρεψε κάποια στιγμή και ζούσε στη Λευκάδα συναντιόμασταν συχνά τα καλοκαίρια.


Ο Νώντας και ο Νότης σημάδεψαν τα σχολικά μου χρόνια. Ο πρώτος με την κλειστή του φύση, ο δεύτερος με τον αλέγρο χαρακτήρα του. Και δύο είναι επιστήμονες σήμερα, οικογενειάρχες και επιτυχημένοι στους τομείς της επιστήμης τους. 

Στο Δημοτικό ο Νώντας ήταν μέτριος στη γλώσσα αλλά εξαιρετικός στα μαθηματικά. Ο Νότης ήταν σπιρτόζος, γρήγορος και βέλτιστος σε όλο τον κύκλο των μαθημάτων.
 

Τους σκέφτομαι  τους δύο συμμαθητές μου συχνά κι ας μην τους συναντώ πλέον!


Τζουστινάκι

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Μιά πολύ ωραία ιδεα

Συζητώντας με την Νανά την Αραβανή κάποια στιγμή είπαμε ότι θα 'ηταν μια καλή ιδέα να βρισκόμαστε κάθε καλοκαίρι τον Αύγουστο όσοι μπορούν φυσικά, η ημερομηνία θα ανακοινώνεται στο blog. Περιμένουμε τις προτάσεις σας

Μερικές ακόμη φωτογραφίες

Μερικές ακόμη φωτογραφίες από εκείνη την εποχή

Γυμναστικές επιδείξεις

Παρέλαση


Το Μ της Μαριάννας!!!

Το Μ της Μαριάννας!!!




Η Μαριάννα Καρφάκη ήταν συνηθισμένη στο Μ. Το όνομά της ήταν  Μαριάννα και Μαριέτα ήταν το αγαπημένο όνομα της μητέρας της. Γι αυτό στα μαθητικά μας χρόνια το Μ της ήταν εύκολο, εύχρηστο , αγαπημένο σύμφωνο της καθημερινότητάς της.


Ετσι παρασυρμένη απο το σύμφωνό της, έβαλε στον Οκτώβρη της το Μ. Τον έλεγε Οκτώμβρη το μήνα που είχε εξαιρεθεί απο τους αρχαίους και σοφούς προγόνους μας. Τον Οκτώβρη τον περιέφερε με Μ η Μαριάννα στις αυλές, στο σχολείο , στις γειτονιές της παιδικότητάς μας.


Ωσπου ήρθε εκείνη η σχεδόν εφιαλτική μέρα στην Τετάρτη Δημοτικού. Οπου ο δάσκαλός μας Τάκης Καζάζης τη σήκωσε να γράψει ένα κείμενο στον πίνακα. Η Μαριάννα ήταν ψηλή , εύσωμη, εξαιρετική μαθήτρια και πολλάκις τη σήκωνε ο δάσκαλος στο μαυροπίνακα να γράφει εκ μέρους του. Ηταν μια τιμητική στιγμή για τους καλούς μαθητές αυτή.


Της είπε, λοιπόν,  να γράψει την ημερομηνία. Ηταν 15 Οκτωβρίου-θυμάμαι-  (τότε χρησιμοποιούσαμε την επισημότητα της καθαρευούσης) και ο Καζάζης όταν είδε το Μ στον Οκτώβριο έγινε έξαλλος απο οργή. Στράφηκε όχι μόνο κατά της Μαριάννας που ήταν μπόλικη στο Μ του Οκτώβρη αλλά και σε ολόκληρη την τάξη.


Θυμάμαι ακόμη τη βροντερή φωνή του και τα λόγια του: «Αν δεν μάθατε μέχρι την Τετάρτη πως ο Οκτώβριος είναι ο μόνος μήνας που εξαιρείται στην κατάληξή του και δεν παίρνει Μ, τότε δεν θα μάθετε ποτέ ελληνικά. Κι επειδή οι μισοί απο σας δεν το ξέρετε-είμαι σίγουρος- θα φάτε μια τιμωρία που θα σας κάνει να θυμάστε πως ο Οκτώβριος δεν παίρνει Μ. Δεν παίρνει Μ. Γράψτε , λοιπόν, 100 φορές τη λέξη Οκτώβριος και φέρτε μου αύριο τα τετραδια της τιμωρίας να τα ελέγξω».


Εγώ στεναχωρήθηκα πολύ, την πήρα προσωπικά την προσβολή του δασκάλου μας. Κι αυτό γιατί ο πατερούλης είχε φροντίσει απο νωρίς να μας διδάξει την εξαίρεση του Οκτώβρη απο το Μ. Ο πατερούλης ήθελε να προφέρω και να γράφω σωστά το μήνα Οκτώβρη, καθώς στις 2 είναι η ονομαστική μου γιορτή: Κυπριανού και Ιουστίνης.


Τα χρόνια πέρασαν , έφυγαν, έγιναν σπουδές, έγιναν ταξίδια και ζωές διαφορετικές. Δεν ξέρω αν η Μαριάννα μετά απο εκείνη την αποφράδα μέρα έκοψε το Μ στον Οκτώβρη της γιατί δεν βρίσκομαι ποτέ αυτό το μήναστη Λευκάδα.


Εγώ πάλι ανέπτυξα με τα χρόνια μια άγρια παρατηρητικότητα κι ένα κρυφό ρατσισμό για όσους προφέρουν τον Οκτώβρη με Μ. Κι όμως μπορεί να είμαι άδικη. Ισως δίκην ευκολίας κάποια μέρα  να συγχωρηθεί η προσθήκη του Μ στον Οκτώβρη.


Πάντως, χωρίς να το ξέρω με σιγουριά, εικάζω πως οι αρχαίοι μας πρόγονοι που έχτισαν τη γλώσσα , σωστά εξαίρεσαν τον Οκτώβρη απο το Μ, αφού είχε ένα φαρδύ-πλατύ μακρόν φωνήεν, το υπέροχο Ω.


Και στόλισαν με Μ τον Σεπτέμβριο, τον Νοέμβριο και το Δεκέμβριο δίνοντας ζωή στο βραχύ φωνήεν Ε.


Ο Οκτώβρης είναι γλυκός χωρίς το Μ, εύηχος, αγαπημένος. Και είναι ο πιό λατρεμένος μου μήνας, γιατί γιορτάζω το όνομά μου και τις αναμνήσεις απο τη νονά Ιουστίνη. Γιορτάζουν όμως και τα δέντρα που φυλλορροούν αφού μεταταραπούν τα φύλλα τους σε όλα τα χρώματα της ομορφιάς!


 Τζουστινάκι...

Υστερόγραφο:

Η καλή συνάδελφος Τόνια Μιανιατέα δίνει την πραγματική εξήγηση για το μη Μ του Οκτώβρη:

Γιατί οι μήνες Σεπτέμβιος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος, στη λατινική απ΄ όπου προέρχονται (ρωμαϊκό ημερολόγιο γαρ) μας προέκυψαν από τους αριθμούς Septem (επτά), Novem (εννιά), Decem (δέκα). Ο Οκτώβριος από το Octo (οκτώ), που δεν έχει «μ

Τρείς δάσκαλοι, μια τάξη, ένα κατεδαφισμένο σχολείο!

Τρείς δάσκαλοι, μια τάξη, ένα κατεδαφισμένο σχολείο!


Πρόσφατα βρέθηκαν οι συμμαθητές της τάξης 1965-1971 του 1ουΔημοτικού Σχολείου Λευκάδας, τιμώντας τις μνήμες μιας παιδικής ηλικίας, που έπλασε και διαμόρφωσε τις ζωές και το είναι μας. Δεν θα αναφερθώ στο σχολικό κτίριο που έχει κατεδαφιστεί συμπαρασύροντας τα γέλια, τα κλάματα, τα παιχνίδια, τις απαγγελίες, τις παραστάσεις, τα κυνηγητά πολλών γενεών στην ανυπαρξία της λήθης.

Θα σταθώ στους δασκάλους που μας σμίλεψαν διαμορφώνοντας τις συνειδήσεις μας, ορίζοντας τις προσωπικότητές μας αλλά και την περαιτέρω πορεία μας στο μέλλον.

Η πρώτη μας δασκάλα, τη θυμάμαι σαν τώρα, ήταν η κυρία Ελλη. Μια γηραιά κυρία με άσπρα μαλλιά και μαύρα ρούχα πένθους. Η παρουσία της στην τάξη δεν κράτησε πάνω απο μερικές εβδομάδες καθώς πήρε σύνταξη κι έτσι εγκατέλειψε το διδασκαλικό καθήκον της μεταβαίνοντας στην Αθήνα.

Η αντικαστάτριά της ήταν η κα Αθανασία, μια νεοδιορισμένη δασκάλα με σεμνό ύφος, ένα αδιόρατο χαμόγελο στα χείλη και μια αυξημένη αίσθηση καθήκοντος. Η κυρία Αθανασία με μελιά μάτια και μελιά μαλλιά δεμένα σφιχτά σε ένα κότσο ήταν ένα μια δασκάλα σχεδόν περαστική απο την ύπαρξή μας καθώς με το τέλος της σχολικής χρονιάς μετατέθηκε αλλού κι έτσι δεν φέρω περισσότερες μνήμες.

Στη Δευτέρα Δημοτικού η μαθητική μας ζωή πήρε χρώμα, ναί χρώμα και γυναικεία γοητεία. Δασκάλα μας ορίσθηκε η κυρία Ελπίδα Ρομποτή, μια γυναίκα με αστική καταγωγή απο την πόλη, όμορφη με ένα χαμόγελο σάπιου μήλου-ναι σάπιο μήλο ήταν το κραγιόν της- και δυό σειρές λευκά δόντια σαν μαργαριτάρια.

Η κυρία Ελπίδα θα ήταν περασμένα σαράντα αλλά η γοητεία της ήταν μοναδική. Τα μαλλιά της πάντα χτενισμένα στο κομμωτήριο, στο πέρασμά της απέπνεε γυναικεία αρώματα σώματος και κώμης. Ηταν αυτό που λέμε η ενσάρκωση της κομψότητας και της φινέτσας.

Η κυρία Ελπίδα είχε ένα γέλιο, ένα απέραντο γάργαρο γέλιο που έσμιγε με το γέλιο των άλλων δασκάλων κι έφτανε μέχρι την τάξη μας καθώς έμπαινε μέσα πάντοτε καθυστερημένα.

Η κυρία Ελπίδα τη δεύτερη κιόλας μέρα της παρουσίας της στην τάξη, μας έδωσε προς ανάγνωση ένα κεφάλαιο που έλεγε ότι η τάξη έπρεπε να εκλέξει αρχηγό. Τα παιδιά με μια φωνή είπαν «Ιουστίνη» κι έτσι πήρα αυτή την πολύτιμη διάκριση που βέβαια σε εκείνη την ηλικία δεν ήξερα τι ακριβώς σήμαινε , ποιές χαρές και ποιές υποχρεώσεις κουβαλούσε ένας τέτοιος τίτλος. Θυμάμαι όμως που εκείνη υπογράμμισε πως περίμενε να εκλέξουμε ένα αγόρι για αρχηγό, υπαινισσόμενη την υπεροχή του άλλου φύλου...

Ωστόσο, πολύ σύντομα διέγνωσε τον ατίθασσο χαρακτήρα , την επιχειρηματολογία κι έτσι ενώπιον όλων των παιδιών προέβλεψε :«μια μέρα εσύ θα μπείς στη Νομική, θα γίνεις δικηγόρος». Τα λόγια της αποτέλεσαν για μένα την πιό δυνατή παρακαταθήκη στην πορεία και τις στροφές της ζωής μου.

Η κυρία Ελπίδα ήταν αλέγρα, μας αγαπούσε και μας έδινε πολύ ελεύθερο χρόνο να ζωγραφίσουμε, να αυτοσχεδιάσουμε, να μιλήσουμε, να αναπτύξουμε την άγουρη προσωπικότητά μας. Επί της εποχής της γίνονταν υπέροχα μασκέ πάρτυ στην αυλή του σχολείου, πάρτυ που σύντομα κατάργησε ο εφιάλτης της δικτατορίας.

Στην Τετάρτη Δημοτικού, η τάξη όφειλε να παραδοθεί σε δάσκαλο γένους αρσενικού. Ετσι μπήκε στη ζωή μας ο κυρ-Τάκης ο Αλβανίτης, γνωστός και ως Καζάζης. Ο κύρ-Τάκης ήταν ενορίτης μας, φίλος του πατέρα μου κι ενίοτε ψάλτης στην πολυφωνική χορωδία των Αγίων Αναργύρων. Ετσι τον ένιωθα οικείο, πολύ οικείο, κάτι σαν γείτονα.

Ο κυρ Τάκης ήταν ένας εξαιρετικός δάσκαλος, η μεταδοτικότητά του στην ελληνική γλώσσα αλλά και την αριθμητική ήταν φαινομενική. Ετσι απλά, μιλώντας σαν δικός μας άνθρωπος μας έκανε κοινωνούς της φυσικής, της χημείας, των μαθηματικών, της γραμματικής...

Η μεγαλύτερή του στιγμή ήταν όταν ερχόταν η παραμονή της 28ηςΟκτωβρίου, η παραμονή του μεγάλου και περήφανου ΟΧΙ. Τότε ως χείμαρρος αναφερόταν στις περιπέτειες του Ελληνικού στρατού στο αλβανικό μέτωπο, περιπέτειες είχε βιώσει ο ίδιος ως στρατιώτης του μετώπου και που διηγιόταν με χιούμορ και πάθος, εμβάλλοντάς μας την ιδέα του ηρωισμού.

Ο κυρ Τάκης ήταν ένας δάσκαλος που σαφώς δεν άντεχε τη μετριότητα. Υπήρξε άτεγκτος και αυστηρός με τα παιδιά που είχαν μαθησιακές δυσκολίες, ίσως γιατί η εκπαίδευση δεν γνώριζε τότε τα περί δυσλεξίας, δυσανεξίας, έλλειψης συγκέντρωσης  κλπ . Ισως γιατί το εκπαιδευτικό σύστημα κονιορτοποιούσε τις ιδιαιτερότητες και τα ελλείμματα των αδύνατων μαθητών.

Ο κυρ Τάκης υπήρξε καθοριστικός στην διαμόρφωση του χαρακτήρα μας παράλληλα με την προώθησή μας στην παιδεία. Δεν έκανε διαχωρισμούς ανάμεσα στα παιδιά των φίλων του και τα υπόλοιπα παιδιά της τάξης. Δεν δίσταζε να μας επιπλήξει και να μας τιμωρήσει εις επήκοον όλων αν του περνούσε απο το μυαλό ότι τεμπελιάσαμε , ότι δεν είχαμε διαβάσει το μάθημά μας, ότι προσπαθούσαμε να τον κοροίδέψουμε.

Πιστεύω ότι πάντα πάλευε με αυτή την πονηράδα των παιδιών που τελικά μπορεί να ήταν απλώς μαθησιακή δυσκολία ή έστω μια πρόσκαιρη έκφραση διαφυγής απο το καθήκον.

Τον κυρ Τάκη τον λατρέψαμε για την μεταδοτικότητα της γνώσης, για τον πληθωρικό του χαρακτήρα, για την δικαιοσύνη του απέναντι σε όλους. Απο το αλεστήρι της αυστηρότητας δεν έμεινε κανένας απέξω. Ούτε καν ο λατρεμένος του Θοδωρής Μαυρομάτης, ούτε αυτός τη γλίτωσε απο τα πυρά του.

Και πάντως όταν πήρε βαθμό και έγινε διευθυντής σε μεγαλύτερο σχολείο της Κέρκυρας, όλα τα παιδιά θρηνήσαμε την απομάκρυνσή του απο το σχολείο , το οποίο είχε βουτηχτεί στη δική του αύρα. Το γραφείο των δασκάλων, η αυλή ορφάνεψαν απο τα γέλια και τις αυστηρές φωνές του.

Προσωπικά, νιώθω ευγνώμων προς τους δασκάλους μου, που με ενέπνευσαν ως προς την άμιλλα και την αριστεία. Τους χρωστώ το εύ ζήν κι αυτό είναι ίσως η μεγαλύτερη ανταποδοτικότητα του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού.

Οσο για τους συμμαθητές μου, μια άλλη φορά θα γράψω τις ιστορίες μιας τάξης!